ἅγιος

ἅγιος
Grammatical information: adj.
Meaning: `holy' (Hdt.).
Derivatives: Beside ἅγιος (3-syll.), ἅζομαι (\< *ἅγι̯ομαι) (Il.). `honour' with different development in accordance with the length of the word.
Origin: IE [Indo-European] [501] *ieh₂ǵ-
Etymology: The connection with Skt. yájati `honour with offers and prayer' is semantically unobjectionable and formally explained by Lubotsky's rule (MSS 40, 1981, 133-8) that in *ieh₂ǵ- before consonant the glottal element of the (preglottalized) * was lost. Suffix -iHo- in the noun? Other formation in ἁγνός (Od.). - Not to Lat. sacer (Meillet BSL 21, 126f.).
Page in Frisk: 1,10

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άγιος — ία, ο (κ. άγιος, άγια, άγιο) 1) святой, священный (о Боге и ангелах): το Άγιο Πνεύμα Святой Дух, η Αγία Τριάδα Святая Троица, η Αγία Οικογένεια Святое Семейство; 2) святой, священной (то, что связано с Богом и служением Ему): η Αγία Τράπεζα Свят …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Ἅγιος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅγιος — devoted to the gods masc nom sg ἄγος any matter of religious awe neut gen sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άγιος — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 100 μ., 917 κάτ.) στην πρώην επαρχία Ιστιαίας του νομού Ευβοίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αιδηψού. * * * ια και ία, ιο (AM ἅγιος, ία, ιον) 1. (για πρόσωπα) ενάρετος, ευσεβής 2. ονομασία τού Θεού, τού Πνεύματος, τών… …   Dictionary of Greek

  • άγιος, -ια, -ιο — (δισύλλαβο), και άγιος, αγία, ο (τρισύλλαβο) 1. αυτός που αναφέρεται ή ανήκει στη λατρεία του Θεού: Άγιο Βήμα. Άγιος Τάφος. 2. άνθρωπος ευσεβής, αγνός: Αυτός είναι άγιος άνθρωπος. 3. ως ουσ. προσηγορ. προσώπου που το αγιοποίησε η εκκλησία: Άγιος… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άγιος — [агьйс] εχ. святой …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἁγίος — ἁ̱γίος , ἁγής guilty masc/fem/neut gen sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄγιος — Ἄγις fem gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄγιος — ἄγος any matter of religious awe neut gen sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Άγιος Δημήτριος — I Ονομασία 31 οικισμών. 1. Πόλη (65.173 κάτ.) στην περιφέρεια της πρωτεύουσας, γνωστή και ως Μπραχάμι. Βρίσκεται στα νοτιοανατολικά της Αθήνας, σε απόσταση 5 χλμ. Αποτελεί τον ομώνυμο δήμο της νομαρχίας Αθηνών. 2. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 230 μ …   Dictionary of Greek

  • Άγιος Βικέντιος και Γρεναδίνες — Νησιωτικό κράτος της Καραϊβικής θάλασσας, στην Κεντρική Αμερική.Επίσημη ονομασία: Άγιος Βικέντιος και οι Γρεναδίνες Έκταση: 389 τα. Σλμ. Πληθυσμός: 115.942 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Κινγκστάουν (16.000 κάτ. το 2001)Ο Ά.Β. και οι Γ. ανήκουν στο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.